Nikos Alexandris

Remote Sensing Scientist, Dr

email
@twitter | freenode NikosA | github
gpg Fingerprint 0x9053534B693C4FB3

/india-wonderful-ride-in-kurukshetra

Ινδία, Υπέροχη βόλτα στην Kurukshetra

Ένας παππούς, πάνω σε πλατφόρμα που τη σέρνει άλογο. Του γνέφω να κάνω σάλτο. Χαλαρός καλπασμός, ευχάριστο αεράκι, ματιές προς και από παντού. Παραδίνομαι στις στιγμές.

Ευχαριστίες προς

Κρυσταλία Κουκουράνου

για 2η φιλολογική ματιά

Σήμερα το μεσημέρι περπάτησα πολύ. Στην αγορά, σε δρόμους κεντρικούς και στο μεγάλο δρόμο προς Kurukshetra University. Είμαι ένας λευκός που, οι ντόπιοι, τον διακρίνουν άμεσα από μακριά. Χαμογελάνε. Στέκονται να με μετρήσουν. Με πλησιάζουν να με χαιρετήσουν, να μου μιλήσουν. Ο φακός δε φοβίζει, είναι η ιδανική αφορμή για γνωριμία. Κάποιοι νεαροί, μάλιστα, κινούμενοι με μηχανάκια, βρήκαν τρόπο να με ξανασυναντήσουν.

Ένας παππούς, πάνω σε πλατφόρμα που τη σέρνει άλογο — η ομορφονιά του, αν δεν κάνω λάθος — με προσπερνά. Χωρίς δεύτερη σκέψη, του γνέφω να κάνω σάλτο. Κλίνει στωικά το κεφάλι του. Σα να λέει μην ανησυχείς για τίποτα. Είναι μαγικό να σε γνωρίζει κάποιος με τα μάτια. Να αισθάνεται τι αγαπάς από τις ανεπαίσθητες μυϊκές συσπάσεις του προσώπου σου και το χρώμα της φωνής σου. Κι ας μην καταλαβαίνει κανείς από τους δυο τη λαλιά του άλλου.

Είμαι πάνω σε μια τάβλα, φορτωμένη αμφοτέρωθεν με σιδερένιες βέργες για οικοδομή, νομίζω. Ελέγχω γρήγορα αν η φωτογραφική μηχανή είναι «αρτιμελής», αν το έξυπνο τηλέφωνο είναι ακόμη στην τσέπη. Μπροστά μου, κάθεται ο παππούς. Τα χρόνια έχουν σημαδέψει το πρόσωπό του. Κουμαντάρει το άλογο που βάραινε κι έκανε σα να ήθελε να ξαποστάσει. Χαλαρός καλπασμός, ευχάριστο αεράκι, ματιές προς και από παντού. Ενδόμυχα, ικανοποιούμαι ως θέαμα για ντόπιους που για πρώτη φορά αντικρίζουν λευκό. Προσπαθώ να συλλάβω θέματα με το φακό. Η ευφορία μου, όμως, είναι πλατιά. Παραδίνομαι στις στιγμές.

1 «Πόσο κάνει/κοστίζει;» στα Hindi, (προφέρεται: κέτνα ουά)

«Quetna hua?»1, ρωτάω όντας ξένος με τα έθη. Ο παππούς εξηγεί με τα δάχτυλα πόσο κοστίζει το κάρο, το άλογό του, πόσο ακριβά είναι. Μοιράζεται κάτι από τη ζωή του. Δύσκολα τα φορτώματα σ’ αυτή την ηλικία. Ρωτάω ξανά, πολύ κακώς, πόσο κοστίζει η βόλτα. Προσπαθώ να είμαι ευγενικός. Ή, μήπως, τυπικός; Το πρόσωπό του μειλίχιο, μα αδιαπέραστο — αδύνατο να το σπιλώσουν ρουπίες. Η ενέργεια επιστρέφει ολόκληρη σε μένα. Ερεθίζει τη (συγ-κριτική) σκέψη και τη θύμησή μου. Μεγαλοπρέπεια παρά τη φτώχια. Παραδοπιστία και πλούτος. Ανακαλώ πόσο απλά είχε εκφραστεί κάποτε ο θείος ενός φίλου: Εγώ δεν θα γίνω φτωχότερος, εσείς δεν θα γίνετε πλουσιότερη. Αναφερόταν σε λίγα ευρώ, αποκρινόμενος σε μια νεαρά σερβιτόρα.

Κοντεύουμε σε μια διασταύρωση και ο παππούς ανησυχεί μην με βγάλει από τη ρότα μου. Του κάνω νόημα ότι, όντως, θα συνεχίσω ευθεία. Το κεφάλι του έκλινε όμοια με το πρώτο καλωσόρισμα. Τώρα όμως, το βλέμμα του εξέπεμψε κατανόηση και μια κάποια ευχή. Μ’ ένα σάλτο και επιδέξια βήματα, κινήθηκα ανάμεσα στα σίδερα που προεξείχαν πολύ πίσω από το κάρο. Υπέροχη βόλτα. Καλό δρόμο του φώναξα στα Ελληνικά.